άναξ

άναξ
(anax). Επιστημονική ονομασία γένους οδοντογνάθων εντόμων της οικογένειας των λιβελλιδών. Τα έντομα αυτά βρίσκονται σε όλους τους τόπους όπου υπάρχουν στάσιμα γλυκά νερά. Γνωστά είναι γύρω στα δώδεκα είδη, από τα οποία τα τρία ζουν στην Ευρώπη. Το μήκος του σώματός τους δεν ξεπερνά τα 12 εκ. Το πιο γνωστό ευρωπαϊκό είδος είναι ο ά. ο κομψός,που προσβάλλει τις μέλισσες. Έχει ζωηρό χρωματισμό και η προνύμφη του αναπτύσσεται μέσα στο νερό.
* * *
(-κτος), ο (θηλ. άνασσα) (Α ἄναξ) ανώτατος άρχοντας, βασιλιάς
αρχ.
1. κύριος, δεσπότης, αφέντης
2. προσωνυμία τών θεών, ιδιαίτερα τού Απόλλωνος
3. προσωνυμία τών ομηρικών ηρώων και ιδιαίτερα τού Αγαμέμνονος ή άλλων έξοχων προσώπων
4. γιος ή αδελφός ενός βασιλιά
5. αφέντης τού σπιτιού, οικοδεσπότης
6. ιδιοκτήτης
7. ο υπεύθυνος, ο εντεταλμένος για κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η ετυμολ. τού τ. είναι άγνωστη. Όσα έχουν προταθεί είναι υποθετικά. Πιθ. πρόκειται για ξένη λ., δάνειο στην Ελληνική. Πάντως οι τ. τής Τοχαρ. Β' nakte και Τοχαρ. Α' nkat (man nkatt «Θεός Μήνας») απέχουν πολύ από το ελλην. ἄναξ
το δε φρυγικό wanaktei προέρχεται από το ελληνικό. Σύμφωνα με μια άποψη, κατά την οποία ορθά υπογραμμίστηκε η σπουδαιότητα τής σημασίας τού «προστάτη, σωτήρα», πρόκειται για θρησκεντικόν τ., για τον οποίο αναζητήθηκε μια ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία, που δεν είναι όμως και τόσο πειστική. Ο αρχικός τ. ήταν Faναξ (με δίγαμμα), όπως μαρτυρείται από το ομηρικό μέτρο, διάφορες διαλεκτικές επιγραφές και μυκηναϊκές ήδη πινακίδες. Σε πινακίδες της Πύλου και της Κνωσού ο τ. απαντά μόνο στον ενικό στους τύπους Wanaka «Fάναξ» και δοτ. Wanakate «Fανακτει». Στη Μυκην. η λ. δήλωνε πιθανότατα αφ’ ενός τον υπέρτατο πολιτικό άρχοντα τού κράτους τής Πύλου, αφ’ ετέρου έναν θεό τού πανθέου τής Πύλου, χωρίς να είναι πάντα δυνατόν ερμηνευτικά να γίνει διάκριση μεταξύ αυτών τών δύο. Τα δεδομένα αυτά συμφωνούν με τη χρήση της λ. στον Όμηρο, όπου ο τ. απαντά συχνότερα στον ενικό (στον πληθ. αναφέρεται κυρίως στους θεούς) με τη σημασία τού αφέντη σε σχέση προς σκλάβο, άλογο, σκύλο κ.λπ. Χαρακτηριστική είναι η χρήση τού τ. στην έκφραση ἄναξ ἀνδρῶν «προστάτης, σωτήρας τού λαού του», η οποία αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στον Αγαμέμνονα. Οι άλλες σημασίες τής λ. είναι «κύριος, άρχων» ως τίτλος ευγενείας, «αφέντης, κύριος» για τον αφέντη του σπιτιού στην Οδύσσεια και, τέλος, αποτελεί χαρακτηρισμό για τις θεότητες (κυρίως για τον Απόλλωνα) που θεωρούνται προστάτες ή φύλακες. Η παλαιά κλητική ἄνα (τύπος που αντικαταστάθηκε γενικά από το ἄναξ) λέγεται για τον Δία στην Ιλιάδα καθώς και για τον Απόλλωνα. Η κύρια σημασία τής λ. φαίνεται ότι είναι αυτή τού «προστάτη, σωτήρα», πράγμα που πιστοποιείται και από την ετυμολογία τού τ. Ἀστυάναξ «ο προστάτης, ο σωτήρας τού άστεως». Στην αττική διάλεκτο σώζεται ως επίθετο θεών, στους οποίους γίνεται επίκληση (π. χ. τού Απόλλωνα στον Αριστοφάνη) ή από λυρικές σκηνές τής τραγωδίας. Στα Δωρικά ο πληθ. Fάνακες (χωρίς –τ- στο θέμα) χρησιμοποιείται προκειμένου να δηλώσει τους σωτήρες Διόσκουρους, με το παράγωγο Faνάκειoν (ναός τών Διοσκούρων) και Ἀνάκειον. Η μαρτυρία τών μυκην. πινακίδων αποδεικνύει ότι ο τ. χωρίς τελικό -τ είναι υστερογενής (πιθ. κατά το φύλαξ). Τέλος, στην Κυπριακή απαντά τ. Fάναξ με τη σημασία «γιός τού βασιλιά, πρίγκιπας». Το θηλ. (F)άνασσα λέγεται στον Όμηρο μόνο για θεά ή για τη Ναυσικά, που εκλαμβάνεται ως θεά (Οδ. ζ 149). Μετά τον Όμηρο είναι πολύ σπάνιο. Η μυκηναϊκή έχει τη λ. στον δυϊκό wan asoi «στις δύο υπέρτατες Βασίλισσες». Πρόκειται για θρησκευτικό τ. που αποδίδεται σε δύο συνδεόμενες θεές. Οι χρήσεις τού ἄναξ, όπως και η σπουδαιότητα τής λ. ως συνθετικού των κυρίων αρχαίων ονομάτων, πιστοποιούν ότι πρόκειται για αρχαϊκό τ., ο οποίος έτεινε να εξαφανιστεί.
ΠΑΡ. αρχ. ἀναξία(Ι), ἀνάξιος(ΙΙ), ἀνάσσω.
ΣΥΝΘ. (α' συνθετ.) ἀναξίαλος, ἀναξιβρέντας, ἀναξιδώρα, ἀναξίμολπος, ἀναξιφόρμιγξ, ἀνακτοβούλιο, ἀνακτομισθία, ἀνακτοσυμβούλιο, Ἀνάξανδρος, Ἀναξαγόρας, Ἀναξάνθης, Ἀναξαρέτα, Ἀνάξαρχος, Ἀνάξερμος, Ἀναξήνωρ, Ἀναξιάδης, Ἀναξίας, Ἀναξίβιος, Ἀναξίβουλος, Ἀναξιγένης, Ἀναξίδαμος, Ἀναξίδικος, Ἀναξίδοτος, Ἀναξίδωρος, Ἀναξίθεμις, Ἀναξίθεος, Ἀναξίκλειτος, Ἀναξικλῆς, Ἀναξικράτης, Ἀναξίλας, Ἀναξίλος, Ἀναξίνος, Ἀναξίμανδρος, Ἀναξίμαχος, Ἀναξίμβροτος, Ἀναξιμένης, Ἀναξινόη, Ἀναξιπόλεμος, Ἀναξίπολις, Ἀναξίφιλος, Ἀναξιρόη, Ἄναξις, Ἀναξίς, Ἀναξίτιμος, Ἀναξιφῶν, Ἀνάξιππος, Ἀναξίφαντος, Ἀναξίων, Ἀναξώ (β' συνθετ.) οἰκῶναξ, χειρῶναξ, Ἀβρῶναξ, Ἀγαθάναξ, Ἀγορᾶναξ, Ἀμφιάναξ, Ἀνδρῶναξ, Ἀντιάναξ, Ἀρετάνασσα, Ἀριστῶναξ, Ἀρχεάναξ, Ἀστυάναξ, Βουλᾶναξ, Δαμῶναξ, Έπιάναξ, Ἐρατώνασσα, Ἑρμηνιάναξ, Ἑρμῶναξ, Εὐάναξ, Εὐρυάναξ, Εὐφρῶναξ, Ἐχεάναξ, Ἡγῆναξ, Ἡγησιάναξ, Ἡλιάναξ, Ἡρῶναξ, Θεμιστῶναξ, Θεσπεσιάναξ, Ἱερώνασσα, Ἱππῶναξ, Ἰφιάναξ, Καλλιάναξ, Κλεάναξ, Κλειτάνασσα, Κρατιστῶναξ, Κυδάναξ, Λαμπρῶναξ, Λαμπώνασσα, Λάνασσα, Λεσβῶναξ, Λυσιάναξ, Μανδρῶναξ, Μοιρῶναξ, Νικάναξ, Ὀνησιάναξ, Πεισιάναξ, Πλειοστοάναξ, Πολυάνακτις, Ποσειδῶναξ, Πραξιάναξ, Πρῶναξ, Πυθῶναξ, Σημωνακτίδης, Στασιάναξ, Στρατῶναξ, Σωσιάναξ, Τιμησιάναξ, Τιμῶναξ, Ὑψῶναξ, Φαινῶναξ).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ἅναξ — ἄναξ , ἄναξ lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄναξ — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄναξ — lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'ναξ — ἄναξ , ἄναξ lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὤναξ — ἄναξ , ἄναξ lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὦναξ — Ἄναξ , Ἄναξ masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὦναξ — ἄναξ , ἄναξ lord masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Anax [1] — Ἄναξ, ακτος, ein gemeiner Beynamen des Apollo, welcher von ἆκος, Hülfe oder Cur herkommen soll, weil er dem Bösen, als ein Gott der Arzeney abhelfen soll. Gyrald. Synt. VII. p. 237 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • ἀνακτόρων — ἄναξ lord masc gen pl ἀνάκτορον king s dwelling neut gen pl ἀνάκτωρ masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνάκτεσιν — Ἄναξ masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”